Το αρχαιότερο εκκλησιαστικό κτίριο

Το αρχαιότερο εκκλησιαστικό κτίριο

Δεν ξέρω εάν έχετε αναρωτηθεί για το εάν έχουν ανευρεθεί από τους αρχαιολόγους  αρχαϊκές εκκλησίες. Επισκεπτόμαστε συχνά αρχαιολογικούς χώρους, αλλά δεν ξέρω εάν έχετε αναρωτηθεί για το πως ήταν οι αρχαίες χριστιανικές εκκλησίες πολλούς αιώνες πριν. Θα ρωτήσει ίσως κάποιος γιατί θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει αυτό, εμάς που ζούμε δυο χιλιάδες χρόνια αργότερα; Ή τι σχέση θα μπορούσε να έχει η ζωή μας, με αυτή των αρχαίων Χριστιανών;  

 Η απάντηση είναι ότι, επειδή η πίστη στον Χριστό και η αποκάλυψη της Αλήθειας, έχει το ίδιο αντικείμενο τότε αλλά και σήμερα, επειδή μοιραζόμαστε μια ίδια πείρα με εκείνους για αυτό έχει αξία να μελετάμε την αρχαία εκκλησιαστική ιστορία. Από την άλλη είναι γνωστό ότι η γνώση της ιστορίας είναι κάτι εξαιρετικής σημασίας.

Χριστιανική αρχαιότητα

Υπάρχει  λοιπόν μια πραγματικά αρχαία εκκλησία – η παλαιότερη που έχει ανευρεθεί –  και μάλιστα χρονολογείται από το 232 μ.Χ. Η πληροφορίες που φέρνει στο φως μας οδηγούν σε ενδιαφέρονται συμπεράσματα για τους χριστιανούς της περιοχής εκείνης, σχεδόν χίλια οκτακόσια χρόνια πριν. Μια σειρά από λόγους με κυριότερο τους διωγμούς είχε σαν αποτέλεσμα να μην έχουν διασωθεί παρόμοιοι υπέργειοι χώροι. Για τα πρώτα διακόσια χρόνια της εκκλησίας, τα αντίστοιχα μνημεία που σώζονται είναι ως επί το πλείστον κατακόμβες. Έτσι η συζήτηση για την ύπαρξη ενός τόσο παλιού εκκλησιαστικού κτιρίου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

 Πριν προχωρήσουμε όμως στην παρουσίαση αυτού του σημαντικού πρωτοχριστιανικού μνημείου πρέπει να πούμε ότι με τον όρο «εκκλησία», τόσο ο Χριστός και οι απόστολοι, όσο και οι πρώτοι χριστιανοί  δεν εννοούσαν αυτό που εννοούμε εμείς σήμερα, δηλαδή το χριστιανικό ναό, αλλά την άϋλη πνευματική έννοια που είχε η σύναξή τους, έννοια που σήμερα έχει σχεδόν χαθεί. Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη, ( από το εκ + καλώ, που σημαίνει καλώ έξω)  εννοείται το σύνολο των πιστών που καλούνται σε σύνδεση με τον Χριστό. Την εποχή εκείνη ένα τέτοιο σύνολο πιστών μιας πόλης, συγκεντρωνόταν σε σπίτια χριστιανών που ζούσαν στην ίδια πόλη. Αυτό φαίνεται να ήταν η κυρίαρχη εκδοχή τουλάχιστον για τους πρώτους δύο αιώνες μ.Χ.. Για αυτό το λόγο στην Καινή Διαθήκη συναντούμε και τον όρο «εκκλησίες» (στον πληθυντικό) και με αυτόν εννοούνται οι τοπικές συνάξεις σε σπίτια. Επανειλημμένα διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη επιστολές των αποστόλων μέσα στις οποίες στέλνουν χαιρετισμούς σε άτομα στο σπίτι των οποίων γίνονταν τέτοιες  συνάξεις, αλλά και στις ίδιες τις συνάξεις. Μεταφέρουν επίσης χαιρετισμούς  απο « εκκλησίες»  μιας συγκεκριμένης περιοχής. Είναι αναμενόμενο λοιπόν τα αρχαία κτίρια που φιλοξενούσαν συνάξεις χριστιανών  να μην μοιάζουν καθόλου με τους χριστιανικούς ναούς όπως τους γνωρίζουμε σήμερα.

Η πρωτοχριστιανική εκκλησία στη Δούρα Ευρωπό

Η εκκλησία για την οποία μιλάμε βρίσκεται στην αρχαία πόλη Δούρα Ευρωπός μια πόλη στις ακτές του ποταμού Ευφράτη, στα σημερινά σύνορα της Συρίας με το Ιράκ. Χτίστηκε από Έλληνες μετά το 309 π.Χ. από τον στρατηγό Νικάνορα, για λογαριασμό του κυρίου  του, Σέλευκου Α΄ του Νικάτορος για να κατοικηθεί από απομάχους του στρατού του. Ο Σέλευκος είναι ο γνωστός στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου και ένας από τους κληρονόμους της αυτοκρατορίας. 

Και μόνο το γεγονός της ύπαρξης ενός κτιρίου εκκλησίας ηλικίας μεγαλύτερης των 1788 χρονών, φέρνει δέος. Τον καιρό που χρησιμοποιήθηκε ως τόπος συνάντησης και λατρείας των χριστιανών, η πόλη ήταν κάτω από την κυριαρχία των Ρωμαίων οι οποίοι την είχαν μετατρέψει σε σημείο ελέγχου των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας τους. Είχε μέχρι και 5000 κατοίκους, και ήταν χτισμένη με τον Ιπποδάμειο τρόπο δηλαδή σε ρυμοτομημένα οικόπεδα σε τετράγωνα.

Το κτίριο είχε αρχικά χτιστεί ως κατοικία εξέχοντος μέλους της κοινωνίας της πόλης. Οι αρχαιολόγοι το συμπεραίνουν αυτό από την τοιχογραφία τριών εφίππων στρατιωτών, που έχει βρεθεί σε αυτό. Εικάζεται ότι ίσως να επρόκειτο για κατοικία κάποιου Ρωμαίου ανώτερου αξιωματούχου. Πιθανότατα να έγινε και ο ίδιος χριστιανός, και έτσι θέλησε να  παραχωρήσει το οίκημα για να χρησιμοποιηθεί ως τόπος συγκέντρωσης των πιστών. Φυσικά για το σκοπό αυτό έγιναν και κάποιες μετατροπές.

Καθώς έμπαινε κάποιος από την είσοδο, ερχόταν κατευθείαν σε ένα περιστύλιο με μια εσωτερική αυλή όπως συνηθιζόταν στα ρωμαϊκά σπίτια. Απέναντί του ήταν η είσοδος στην κύρια αίθουσα της σύναξης. Εντύπωση προκαλεί η απλότητα αυτού του κύριου χώρου σύναξης, καθώς δεν έχει στοιχεία που να μαρτυρούν ύπαρξη τέμπλου, παρά μόνον ένα βήμα στην μια από τις στενές πλευρές της. Η αίθουσα στο πίσω μέρος της επικοινωνούσε με ένα δεύτερο χώρο, την αίθουσα κατήχησης και

διδασκαλίας που και αυτή με τη σειρά της επικοινωνούσε με ένα τρίτο χώρο, το βαπτιστήριο. Αμέσως δεξιά της κεντρικής εισόδου, σώζονται και σκαλοπάτια που προφανώς οδηγούσαν σε άλλους βοηθητικούς χώρους στον πάνω όροφο για τις ανάγκες της κοινότητας.

Στο κτίριο έχουν βρεθεί τοιχογραφίες  σε ελληνιστική ιουδαϊκή παραδοσιακή τεχνοτροπία (fresco) Πρώτα πρώτα μια τοιχογραφία με τον Χριστό ποιμένα των προβάτων, και πολύ κοντά της, μιας δεύτερη που απεικονίζει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού που περιγράφεται στα ευαγγέλια. Επίσης πιο δίπλα, το περπάτημα του αποστόλου Πέτρου στα κύματα, και μια άλλη με μια γυναίκα που αντλεί νερό από πηγάδι. Για αυτή την τελευταία στην αρχή οι αρχαιολόγοι θεώρησαν ότι απεικονίζει την Σαμαρείτισσα αλλά τώρα θεωρούν ότι μάλλον πρόκειται για την αρχαιότερη αναπαράσταση του Ευαγγελισμού της μητέρας του Κυρίου μας. Υπάρχει ακόμα μια απεικόνιση των Δαυίδ και Γολιάθ, καθώς και του Αδάμ και της Εύας.  Επίσης μια απεικόνιση της παραβολής των «Δέκα Παρθένων». Είναι χαρακτηριστικό το ότι οι μορφές, ακόμα και του Χριστού, δεν έχουν φωτοστέφανο, καθώς αυτό είναι κάτι που προστέθηκε μεταγενέστερα στην εκκλησιαστική εικονογραφία. Εάν το κτίριο είχε διατηρηθεί καλύτερα, ενδεχομένως να είχαν σωθεί κι άλλες τοιχογραφίες.

Οι τοιχογραφίες αυτές εξυπηρετούσαν εκπαιδευτικούς σκοπούς. Μιλάμε για μια εποχή που οι άνθρωποι που ήξεραν να διαβάζουν ήταν ελάχιστοι. Μέσω των απεικονίσεων οι ποιμένες και οι δάσκαλοι της εκκλησίας, υπενθύμιζαν στους πιστούς, ιστορίες από την ζωή του Κυρίου που διαβαζόντουσαν την ώρα της λατρείας. Την ίδια στιγμή κοσμούσαν το εσωτερικό του κτιρίου.

Ενδιαφέροντα σπαράγματα των Ευαγγελίων

Δούρα Σπάραγμα 24

Οι ανασκαφές στα ερείπια, έχουν φανερώσει επίσης σπαράγματα από περγαμηνές όπου σε ένα από αυτά βρέθηκε μια άγνωστη Αρμονία Ευαγγελίων στα Ελληνικά παρόμοια με αυτής του Δια Τεσάρρων του Τατιανού. Σε κάποια άλλα, βρέθηκαν χριστιανικές Ευχαριστιριακές προσευχές παρόμοιες με αυτές της Διδαχής γραμμένες στα Εβραϊκά.

Αναφέραμε παραπάνω ότι στο αρχαίο αυτό εκκλησιαστικό κτίριο υπάρχει βαπτιστήριο. Ένας χώρος δηλαδή που ήταν προετοιμασμένος για να γίνονται βαπτίσεις ενηλίκων. Για αυτό το σκοπό υπήρχε και μια μεγάλη υδρία, που έχει διασωθεί, η οποία φέρει την επιγραφή: «Είσαι ως νεόφυτος» κάτι που επιβεβαιώνει την χρήση της στον συγκεκριμένο χώρο. Είναι ο καλύτερα διατηρημένος χώρος από όλο το κτίριο, και σε αυτόν ακριβώς σώθηκαν οι περισσότερες τοιχογραφίες.

Μπορούμε να φανταστούμε μια τελετή βάπτισης εκείνου του καιρού με πιστούς που ήδη είχαν βαπτιστεί οι ίδιοι, να συνοδεύουν στην βάπτιση κάποιους νεοκατοίχητους. Ενδεχομένως ο πρεσβύτερος που έκανε την τελετή, να τους θύμιζε ότι ο Χριστός είναι ο Καλός Ποιμένας, ή να τους έλεγε για τον απόστολο Πέτρο, που περπάτησε στα κύματα με πίστη στο κάλεσμα του Χριστού. Για το βήμα της πίστης που χρειάζεται για να ακολουθήσει κανείς τον Χριστό. Ίσως να τους θύμιζε την πίστη της μητέρας του Κυρίου μας, η οποία με εμπιστοσύνη στον Θεό δέχθηκε τον λόγο που της ευαγγελίστηκε  ο άγγελος Γαβριήλ. Άλλες πάλι φορές θα  μιλούσαν για τις δέκα παρθένες, για το γεγονός ότι κάθε ένας που ονομάζει τον εαυτό του Χριστιανό, περιμένει τον Χριστό να γυρίσει, και το «λυχνάρι» του πρέπει να είναι γεμάτο «λάδι». Μπορεί να τους μίλαγε για το μεγάλο θαύμα που κάνει ο Χριστός στη ζωή κάθε πιστού – όπως ακριβώς με την θεραπεία του παραλυτικού – όταν τον ικανώνει να συμπορευτεί μαζί Του.

Θεωρούμε ότι από την στιγμή που υπάρχουν όλες αυτές οι απεικονίσεις σίγουρα οι έννοιες αυτές είχαν σημαντικό νόημα στην ζωή των πιστών εκεί. Είναι πραγματικά  τόσο συγκινητικό να βλέπεις τους πιστούς στον Χριστό, να πιστεύουν τα ίδια πράγματα με εμάς, εκατοντάδες χρόνια πριν.  Που μαζεύονταν για να λατρέψουν τον αληθινό Θεό ακριβώς όπως εμείς.   

Αναπαράσταση βάπτισης στο βαπτιστήριο της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας της Δούρας.

Ας φανταστούμε πάλι, πως θα ήταν εάν συναντούσαμε κάποιον από τους χριστιανούς της Δούρας. Δεν θα είχε φυσικά, ίδια εμφάνιση με εμάς. Θα είχε βαφτιστεί μεγάλος επειδή πίστεψε ο ίδιος. Οι λατρευτικές συνάξεις της εκκλησίας θα ήταν για αυτόν μεγάλης σημασίας και θα συμμετείχε συστηματικά. Εάν τον ρωτούσαμε για το αν νηστεύει Τετάρτη και Παρασκευή δεν θα ήξερε τι να μας απαντήσει σχετικά, επειδή αυτό –  σύμφωνα με τον Τερτυλλιανό  –  μπήκε στην εκκλησιαστική πρακτική μεταγενέστερα. Πολύ πιθανό επίσης να μην ήξερε να κάνει τον σταυρό του, ή άλλα σύμβολα όπως ο ιχθύς και οι ομόκεντροι κύκλοι, επειδή αυτά αναπτύχθηκαν σε περιοχές με διωγμούς και η πόλη αυτή δεν μοιάζει να είχε ένα τέτοιο κλίμα. Επίσης δεν θα ήξερε το σε όλους μας γνωστό, Σύμβολο της Πίστεως. Εάν ήξερε ανάγνωση, σίγουρα δεν θα είχε την Αγία Γραφή δεμένη σε βιβλίο, όπως την έχουμε σήμερα, αλλά θα την είχε γραμμένη σε παπύρους ή τυλιγμένη σε περγαμηνές. Θα μπορούσε επίσης να μην είχε υπόψη του την ίδια συλλογή επιστολών και ευαγγελίων με εμάς σήμερα, επειδή ο κανόνας της Καινής Διαθήκης (το σύνολο των συγγραμάτων που την αποτελούν) αν και ήταν πλατιά αποδεκτό ακόμα και από τον 2ο αιώνα, φαίνεται ότι εγκαθιδρύθηκε  τον 4ο αιώνα.

Πιο συγκεκριμένα, οι αρχαιολόγοι θεωρούν πιθανόν οι άνθρωποι της χριστιανικής αυτής κοινότητας να διάβαζαν το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, ένα κείμενο που ακόμα και τότε δεν θεωρείτο θεόπνευστο από την πλειοψηφία των χριστιανών και τελικά δεν μπήκε στον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Επίσης τη Διδαχή ένα πατερικό κείμενο του 2ου αιώνα που ούτε κι αυτό μπήκε στον κανόνα της Καινής Διαθήκης. Ωστόσο όλοι αυτοί οι πιστοί, αν και διαφορετικοί από εμάς, ήταν γνήσιοι χριστιανοί.

Και εδώ ερχόμαστε σε ένα ουσιαστικό ερώτημα που θα θέλαμε με την ευκαιρία να υπογραμμίσουμε. Τι είναι αυτό που κάνει κάποιον γνήσιο Χριστιανό;

Ποιος είναι ο γνήσιος χριστιανός;

Σίγουρα δεν τον κάνει το κτίριο. Επίσης δεν το κάνει το δόγμα, ή ακόμη και η απόλυτα ορθή γνώση των θεολογικών θεμάτων. Δεν τον κάνει η συμμετοχή του σε τελετές, ούτε το πόσο πολύ θυσιάζει και κοπιάζει για τους άλλους. Τι είναι αυτό λοιπόν που κάνει κάποιον γνήσιο Χριστιανό;

Ο ίδιος ο Κύριος μας στη διδασκαλία Του μίλησε πολύ για το θέμα της γνησιότητας της πίστης. Η γνησιότητα δεν είναι θέμα συλλογικό, αλλά προσωπικό. Η προτροπή Του ήταν : Ελάτε σε εμένα όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι, και εγώ θα σας ξεκουράσω. Άλλοτε πάλι είπε : Όποιος πιστεύει σε εμένα έχει ζωή αιώνια και δεν θα περάσει από την τελική κρίση του Θεού. Σε όλες τις περιπτώσεις καλούσε κάθε έναν άνθρωπο που ήθελε να είναι γνήσιος μαθητής του και έτσι να ευαρεστήσει τον Θεό, να στραφεί σε Αυτόν ίδιο.

Τι σημαίνει όμως η φράση : «Να στραφεί κάποιος στο Χριστό»; Την εποχή που ο Χριστός ήταν στη γη, σήμαινε για κάποιον, να πιστέψει στα λόγια Του και να μένει κοντά του. Έτσι μπορούσε να έχει κοινωνία μαζί Του.

Σήμερα δεν έχουμε την παρουσία του Χριστού στον φυσικό χώρο, ούτε μπορούμε να τον ακούσουμε να μιλά. Έχουμε όμως τα λόγια του γραμμένα στην Καινή Διαθήκη από τους αποστόλους. Το να στραφεί κάποιος στο Χριστό ξεκινάει με το να στραφεί στην Αγία Γραφή. Αυτό το βιβλίο, όχι μόνο μιλάει για τον Χριστό, αλλά μας μεταφέρει τα ίδια τα λόγια Του. Όποιος δέχεται τα λόγια του Χριστού και εμπιστεύεται το Θεό που τον έστειλε στη γη να γίνει σωτήρας μας, αυτός έχει αιώνια ζωή, και είναι σε πνευματική κοινωνία μαζί Του.

“Το να στραφεί κάποιος στο Χριστό ξεκινάει

με το να στραφεί στην Αγία Γραφή. “

Εάν ονομάζουμε τους εαυτούς μας χριστιανούς και θα θέλαμε να ανήκουμε στους γνήσιους, αυτό είναι το σημείο που θα πρέπει να εξετάσουμε με μεγάλη προσοχή, και όχι άλλα στοιχεία τυπικά και εξωτερικά .

Δεν ξέρουμε από πότε ακριβώς άρχισαν να υπάρχουν χριστιανοί στην Δούρα Ευρωπό. Ξέρουμε μόνο ότι στην αρχή του 3ου αιώνα μ.Χ. αυτό το κτιριο ήταν μια ενεργή εκκλησία. Γνωρίζουμε επίσης ότι το 256μ.Χ. ο Σαπούρ ο πρώτος, βασιλιάς της Περσίας κατέλαβε την Δούρα και αφού απέλασε όλους τους κατοίκους της, την κατέστρεψε. Στην πραγματικότητα αυτό το αρχαίο εκκλησιαστικό κτίριο, άκμασε μόνο για εικοσιτέσσερα χρόνια.

Ο Θεός δημιουργώντας μια μικρή ιστορική παρένθεση βρήκε άλλη μια ευκαιρία να φέρει στον κόσμο της βασιλείας Του Υιού του, καινούργιες υπάρξεις και να τους δώσει αιώνια ζωή. Στην πραγματικότητα αυτό ακριβώς είναι πάντοτε το ζητούμενο για τον Θεό, τότε και τώρα. Οι συνθήκες και οι τρόποι που χρησιμοποίησε είναι απλώς τα μονοπάτια που ακολούθησε για να μας συναντήσει. Η πρωτοχριστιανική αυτή εκκλησία παραμένει ο ένας σταθερός μάρτυρας της δράσης αυτής. Τότε πλάι στον Ευφράτη στη Δούρα, σήμερα στην Ελλάδα στο Χαϊδάρι.

Leave a Reply