Παρατηρώντας και συμπεραίνοντας…

Παρατηρώντας και συμπεραίνοντας…

«Μένουμε ασφαλείς». Είναι το καινούργιο σύνθημα αυτό, καθώς έχουμε περάσει από μια πρώτη φάση της αντιμετώπισης του κορονοϊού στην δεύτερη της σταδιακής επανεκκίνησης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Καθώς λοιπόν κάνουμε όλοι κάποιους πρώτους απολογισμούς των τελευταίων δύο μηνών παρατηρούμε μια μέθοδο που ακολουθήσαμε σαν χώρα, και που πιστεύουμε ότι με βάση αυτήν είχαμε τα θετικά αποτελέσματα που είχαμε. Αν ιχνηλατήσουμε τα στάδιά της μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα:

Πρώτα από όλα αντιληφθήκαμε τον κίνδυνο. Πως έγινε αυτό; Μα από τα νέα που άρχισαν να φτάνουν από παντού για την εξέλιξη της ασθένειας. Από τα ιατρικά και επιστημονικά ανακοινωθέντα, από τις στατιστικές που με βάση αυτές κάναμε προβλέψεις. Πληροφορηθήκαμε λοιπόν.

Ύστερα υπολογίσαμε τα δεδομένα και πήραμε τα μέτρα μας. Ειδικοί όλων των σχετικών επιστημών προβληματίστηκαν σκέφτηκαν και πρότειναν τις λύσεις. Άρα αξιολογήσαμε την κατάσταση.

Η κυβέρνηση και οι αρχές ανακοίνωσαν τα μέτρα και επιτήρησαν την εφαρμογή τους. Δράσαμε με συνέπεια.

Υπήρξαν κι άλλες κινήσεις όπως η διόρθωση των επιλογών ανάλογα με την εξέλιξη όλων των παραμέτρων και σίγουρα καθώς το πρόβλημα ακόμα δεν έχει λυθεί, ενδεχομένως να υπάρξουν κι άλλες.

Αναφερόμαστε σε όλο αυτό σαν παράδειγμα του τι πρέπει φυσιολογικά να συμβαίνει μπροστά σε οποιοδήποτε κίνδυνο και μάλιστα θανάσιμο. Η πληροφόρηση η αξιολόγηση και η δραστηριοποίηση είναι το αναμενόμενο που θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος. Την ίδια στιγμή μας προβληματίζει ότι αυτό το πρωτόκολλο το ακολουθούμε για κάθε πρόβλημα, κίνδυνο, ανάγκη, εκτός από αυτό που έχει να κάνει με την υπόθεση του τέλους της ζωής.

Για έναν εντελώς ακατανόητο λόγο, ενώ μπροστά σε κάθε σοβαρό πρόβλημα θα ενημερωνόμασταν θα παίρναμε μέτρα και θα δραστηριοποιούμασταν, σε αυτό το θέμα πολλοί άνθρωποι λειτουργούν με έναν εντελώς παράλογο τρόπο. Δηλαδή δεν ενημερώνονται δεν αξιολογούν δεν δραστηριοποιούνται, αλλά προσπαθούν «να δεχτούν» το πρόβλημα, να συμφιλιωθούν με αυτό, να αυθυποβληθούν ότι δεν τους ενδιαφέρει, να το υποβαθμίσουν, να γελάσουν μαζί του. Προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι η λύση και η «νίκη» ενάντια στον θάνατο είναι να παραδοθούν όποτε οι ίδιοι θελήσουν σε αυτόν. Και το ερώτημα μας είναι γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ειδικά σε αυτό το θέμα παραδινόμαστε ουσιαστικά στον εχθρό μας;

Ένας λόγος ίσως είναι ότι σαν άνθρωποι όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε η σκέψη όλων μας, αναγκαστικά περιέχει και αυτό που λέμε «κουτάκια», έτοιμα κανάλια δηλαδή, που έχουν δημιουργηθεί από τον επαναλαμβανόμενο τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και αποφασίζουμε.  Έχουμε επίσης «ετικέτες» «προεπιλογές» και «προκαταλήψεις» που με το που ακούμε ένα θέμα, σχεδόν αντανακλαστικά αντιδρούμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Και το ερώτημα είναι: η πρακτική μας αυτή μας οδηγεί κάπο. Κάθε τόσο γινόμαστε μάρτυρες μιας τριπλής άρνησης. Της ίδιας της κραυγής μας – βιολογικής ψυχικής και πνευματικής –  που λέει: όχι δεν θέλω, δεν μου αρέσει αυτό. Γινόμαστε μάρτυρες μιας σιγουριάς μέσα μας που μας λέει ότι κάτι δεν είναι σωστό. Μιας εσωτερικής απόγνωσης που γεννιέται από την έλλειψη πληροφόρησης, και της έλλειψης νοήματος της ζωής.

Γύρω μας ακούμε ότι αυτά είναι φιλοσοφικά θέματα, και ίσως για αυτό δεχόμαστε να χαρακτηρίζουμε το κρίσιμο αυτό θέμα ως τέτοιο. Μας διαφεύγει όμως ότι η φιλοσοφία ενώ συζητάει και ρωτάει για κάθε τι και ενώ ψάχνει απαντήσεις δεν ανησυχεί όταν δεν τις βρίσκει ή ανατρέπεται. Επίσης ότι η ιστορία της είναι μια διανοητική περιπλάνηση χιλιάδων ετών, και ότι οι άνθρωποι που ήταν εκφραστές της έζησαν την μικρή ζωή τους, κυρίως εικάζοντας και ευχόμενοι μελλοντικές λύσεις.  Ειδικότερα για το θέμα του τέλους της ζωής  δεν έδωσαν καμία απάντηση μέχρι σήμερα – εκτός αν κάποιοι θεωρούν απαντήσεις απόψεις όπως η αποδοχή και η συμφιλίωση με το πρόβλημα.

Από την άλλη όταν για τη  λύση στο θέμα αναφερόμαστε στον Θεό και τον Χριστό αισθανόμαστε ότι πάμε στη θρησκεία. Και τότε άλλα «κουτάκια» είναι έτοιμα να παίξουν του ρόλους τους. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι η θρησκοληψία και η λαϊκές θρησκευτικές προκαταλήψεις έχουν παίξει ένα ρόλο σε αυτό. Αυτό όμως πολύ απέχει από την πληροφόρηση των Γραφών, από το φως που ρίχνουν άπλετα στο θέμα αυτό. Έχουμε την πρόκληση λοιπόν, σαν σύγχρονοι άνθρωποι να μην αντιδράσουμε προκατειλημμένα σε κάτι που ακούμε ότι έχει να κάνει με τον Θεό και το Χριστό,

“Βλέπετε η προκατάληψη δεν έχει προτιμήσεις. Χτυπάει το ίδιο όλους τους ανθρώπους. Βλάπτει το ίδιο προοδευτικούς και συντηρητικούς. Και η βλάβη της είναι ότι τελικά εμποδίζει από την ίδια την αλήθεια.”

αλλά να βάλουμε τη σκέψη μας σε λειτουργία. Πρώτα από όλα να πληροφορηθούμε, και έπειτα να αξιολογήσουμε και να δράσουμε. Βλέπετε η προκατάληψη δεν έχει προτιμήσεις χτυπάει το ίδιο όλους τους ανθρώπους. Βλάπτει το ίδιο προοδευτικούς και συντηρητικούς. Και η βλάβη της είναι ότι τελικά εμποδίζει από την ίδια την αλήθεια.

Και εδώ η αλήθεια είναι μια αντικειμενική πραγματικότητα. Δεν πρόκειται για κάτι που προσπαθούμε να διαχειριστούμε. Δεν είναι το χριστιανικό αφήγημα, αλλά το υπαρκτικό γεγονός της Ζωής. Το γεγονός της νίκης του Χριστού εναντίον του θανάτου. Στην αναστάσιμη προσευχή λέμε  «Σταυρώ γαρ υπομείνας δι ημάς θανάτω θάνατον ώλεσεν». (μετάφραση) «Επειδή υπομένοντας το σταυρικό μαρτύριο για εμάς, με το θάνατό του εξαφάνισε τον θάνατο.» Αυτό είναι η Ανάσταση, και ναι αυτό είναι μια ικανοποιητική απάντηση.

Ωστόσο χρειάζεται να πληροφορηθούμε για όλα αυτά. Τα Ευαγγέλια στην αρχή της Καινής Διαθήκης για αυτό είναι γραμμένα. Το πρώτο βήμα λοιπόν είναι η πληροφόρηση. Ας ξεκινήσουμε διαβάζοντας τα ευαγγέλια.

Leave a Reply